Ο αντίχειρας σχηματίζεται από δύο μικρά οστά, τις φάλαγγες. Την εγγύς προς την πλευρά του καρπού και την άπω στο ελεύθερο άκρο του. Η εγγύς συνδέεται με το χέρι μέσω του πρώτου μετακαρπίου με την βοήθεια ισχυρών σχηματισμών σαν ταινίες που ονομάζονται σύνδεσμοι. Τα κατάγματα του αντίχειρα είναι αποτέλεσμα πτώσης ή άμεσης πλήξης του από αντικείμενα (μπάλα) με αποτέλεσμα την παράδοξη κίνησή του. Έτσι συναντώνται συχνά σε τροχαία ατυχήματα και σε αθλήματα επαφής όπως η πάλη, το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ.

Ανάλογα με την εντόπισή τους και την μορφολογία τους τα κατάγματα του αντίχειρα διακρίνονται σε:

  • Εξωαρθρικά (εγκάρσια ή λοξά)
  • Ενδαρθρικά (Bennett – Rolando)
  • Συντριπτικά

Ο ασθενής εμφανίζει έντονο πόνο και οίδημα στην περιοχή του κατάγματος. Αδυναμία ή περιορισμό κίνησης του αντίχειρα, δυσμορφία σε περίπτωση παρεκτόπισης των οστών και αιμωδίες ή αίσθημα κρύου. Οι απλές ακτινογραφίες επιβεβαιώνουν την διάγνωση. Σε συντριπτικά κατάγματα και σε ενδαρθρικά η αξονική τομογραφία θα μας δώσει πληροφορίες για το βαθμό παρεκτόπισης και συντριβής.

Κατάγματα χωρίς παρεκτόπιση των οστικών τεμαχίων αντιμετωπίζονται συντηρητικά. Ένας ειδικός τύπος νάρθηκα (spica) περιβάλλει τον αντίχειρα και καταλήγει στο αντιβράχιο διατηρώντας τα οστά σε σταθερή θέση προάγοντας την πώρωση. Ο νάρθηκας διατηρείται για 4 έως 6 εβδομάδες στην διάρκεια των οποίων ο ασθενής παρακολουθείται ανά εβδομάδα με νέα ακτινογραφία για τυχόν παρεκτόπιση του κατάγματος.

Κατάγματα με παρεκτόπιση απαιτούν χειρουργική αποκατάσταση. Διάφορες τεχνικές είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν είτε με υλικά εσωτερικής οστεοσύνθεσης, είτε με υλικά εξωτερικής οστεοσύνθεσης . Στην πρώτη περίπτωση με μικρή τομή του δέρματος επιτυγχάνεται επανατοποθέτηση των οστικών τεμαχίων στη ανατομική τους θέση και συγκράτησή τους με μικρές πλάκες και βίδες. Στην δεύτερη περίπτωση μικρές καρφίδες που τοποθετούνται στα οστικά τεμάχια συνδέονται εξωτερικά με συσκευές και τα διατηρούν στην επιθυμητή θέση.