Τα δάκτυλα των χεριών αποτελούνται από τρία μικρά οστά τις φάλαγγες (εξαίρεση ο αντίχειρας που σχηματίζεται από δύο). Οι φάλαγγες συνδέονται τόσο μεταξύ τους όσο και με ένα μεγαλύτερο οστό της παλάμης το μετακάρπιο. Έτσι το δάκτυλο έχει τρεις αρθρώσεις μία κοντά στην παλάμη, μια στην μεσότητα του και μια κοντά στην άκρη του. Οι κινήσεις κάμψης-έκτασης των δακτύλων επιτυγχάνονται με την βοήθεια ισχυρών ταινιών μαλακού ιστού τους τένοντες. Οι τένοντες πορεύονται τόσο στην ραχιαία επιφάνεια των δακτύλων (εκτείνοντες) όσο και στην παλαμιαία (καμπτήρες).

Η παραμόρφωση προκαλείται από την αδυναμία της μέσης άρθρωσης του δακτύλου να ευθειαστεί, οπότε το δάκτυλο παραμένει σε κάμψη. Συνήθως προκαλείται από κτύπημα στην ραχιαία επιφάνεια της μέσης άρθρωσης του δακτύλου (εγγύς φαλαγγοφαλαγγική) που βρίσκεται σε κάμψη. Επίσης ένα κόψιμο του δέρματος στην ραχιαία επιφάνεια του δακτύλου είναι δυνατό να αποκόψει τον τένοντα από την οστική του πρόσφυση. Η ρήξη του τένοντα μοιάζει σαν κουμπότρυπα (boutonniere στα γαλλικά) απ’ όπου προέκυψε το όνομα της παραμόρφωσης.

Η χαρακτηριστική εικόνα της παραμόρφωσης είναι δυνατό να εμφανιστεί άμεσα μετά τον τραυματισμό είτε μετά από 1 έως 3 εβδομάδες. Ο πόνος και το οίδημα στην περιοχή της κάκωσης συνοδεύουν την παραμόρφωση του δακτύλου. Η διάγνωση θα στηριχθεί στην κλινική εικόνα. Οι απλές ακτινογραφίες θα χρειασθούν για να πιστοποιήσουν την οστική ακεραιότητα. Η παραμόρφωση πρέπει να αντιμετωπιστεί όσο το δυνατό συντομότερα για να αποκατασταθεί πλήρως η λειτουργικότητα του δακτύλου.

Η συντηρητική θεραπεία περιλαμβάνει την εφαρμογή ενός νάρθηκα του εμπορίου που διατηρεί το δάκτυλο σε έκταση. Ο νάρθηκας διατηρείται από 3 έως 6 εβδομάδες ανάλογα με την ηλικία του αρρώστου. Είναι σημαντικό να μην αφαιρείται στην διάρκεια της ημέρας ώστε να επιτευχθεί επούλωση της ρήξης. Μετά από την παραπάνω περίοδο πλήρους ακινητοποίησης, ο νάρθηκας εφαρμόζεται μόνο κατά την διάρκεια της νύκτας για μερικές εβδομάδες ενώ ο ασθενής ακολουθεί πρόγραμμα ενδυνάμωσης του δακτύλου. Για την συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες απαιτείται προφύλαξη του δακτύλου με νάρθηκα ή ισχυρή επίδεση (taping) για αρκετούς μήνες μετά την αρχική αντιμετώπιση.

Η χειρουργική θεραπεία επιλέγεται σε περιπτώσεις που η παραμόρφωση είναι αποτέλεσμα ρευματοειδούς αρθρίτιδας, όταν υπάρχει απόσπαση του τένοντα με ή χωρίς οστικό τεμάχιο από την κατάφυσή του που απαιτεί επανακαθήλωση και επί αποτυχίας της συντηρητικής θεραπείας.