Πρόκειται για κατάγματα του βραχιονίου οστού στο κάτω πέρας του, στην περιοχή σχηματισμού του αγκώνα. Αντιπροσωπεύουν το 2% των καταγμάτων των ενηλίκων.

Τα κατάγματα του κάτω πέρατος του βραχιονίου είναι δυνατό να συμβούν ως αποτέλεσμα άμεσης βίας μετά από πτώση πάνω στον αγκώνα ή έμμεσης βίας μετά από πτώση επάνω στο τεντωμένο άνω άκρο.

Κύρια συμπτώματα ο έντονος πόνος και η αδυναμία του αρρώστου να κινήσει τον αγκώνα του. Επιπρόσθετα είναι δυνατό να υπάρχουν οίδημα, αιμάτωμα, αίσθημα αστάθειας ή οστικά τεμάχια που προβάλλουν διαμέσου του δέρματος.

Η εξέταση περιλαμβάνει την επισκόπηση για τυχόν παρουσία ανοικτών τραυμάτων, την ψηλάφηση για να διαπιστώσουμε τυχόν εξάρθρημα της άρθρωσης και τον ενδελεχή νευραγγειακό έλεγχο λόγω της γειτνίασης με σημαντικά αγγεία και νεύρα του άνω άκρου. Η εξέταση ολοκληρώνεται με τον έλεγχο των γειτονικών αρθρώσεων του ώμου και του καρπού για τυχόν συνοδές κακώσεις.

Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με τις απλές ακτινογραφίες.

Η απόφαση για την οριστική θεραπεία εξαρτάται από τον τύπο του κατάγματος και την γενική κατάσταση του αρρώστου.

Η συντηρητική αντιμετώπιση επιλέγεται σε περιπτώσεις χωρίς παρεκτόπιση των καταγματικών τεμαχίων. Τοποθετείται λειτουργικός κηδεμόνας που περιορίζει την κάμψη και την έκταση του αγκώνα σε συγκεκριμένο εύρος, ανάλογα με τις επιθυμίες του ιατρού. Ο ασθενής υποβάλλεται σε ακτινολογικό επανέλεγχο ανά εβδομάδα και ανάλογα με την πώρωση του κατάγματος μεταβάλλεται το εύρος κίνησης μέσω του λειτουργικού κηδεμόνα. Μετά την πλήρη πώρωση ακολουθεί εντατικό πρόγραμμα φυσιοθεραπείας για την ανάκτηση πλήρους εύρους κίνησης και ενδυνάμωσης της άρθρωσης του αγκώνα.

Η χειρουργική θεραπεία είναι επιτακτική σε παρεκτοπισμένα κατάγματα και σε ανοικτά κατάγματα που συνοδεύονται από διάτρηση του δέρματος και έξοδο των οστικών τεμαχίων στο περιβάλλον. Η ανάταξη του κατάγματος γίνεται με χρήση βιδών, πλακών ή συρμάτων. Ανάλογα με τον τύπο του κατάγματος είναι δυνατό να χρειασθεί η μετατόπιση του ωλενίου νεύρου ώστε να αποφευχθεί μετέπειτα ερεθισμός του, οστεοτομία του ωλεκράνου για την επίτευξη καλύτερης ορατότητας της καταγματικής περιοχής από τον χειρουργό στην διάρκεια της επέμβασης, οστικά μοσχεύματα για την συμπλήρωση ελλειμμάτων σε περιπτώσεις σημαντικής οστικής συντριβής.

Σε ανοικτά κατάγματα είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν συστήματα εξωτερικής οστεοσύνθεσης, με βίδες που διαπερνώνται από τα καταγματικά τεμάχια εξέχουν από την επιφάνεια του δέρματος και συνδέονται εξωτερικά με μπάρες. Τα συστήματα αυτά δίνουν την ευκαιρία στο δέρμα να βελτιωθεί και μειώνουν τον κίνδυνο φλεγμονής μέχρι να προχωρήσουμε στην τελική χειρουργική αποκατάσταση.

Μετά την επέμβαση εφαρμόζεται για 2-3 ημέρες νάρθηκας για την υποχώρηση του οιδήματος. Τα ράμματα αφαιρούνται συνήθως 12- 15 ημέρες μετά την επέμβαση. Η κινησιοθεραπεία ξεκινά άμεσα μετεγχειρητικά και ο ασθενής συνεχίζει με φυσιοθεραπευτή ειδικό πρόγραμμα αποκατάστασης με σκοπό την επίτευξη πλήρους εύρους κίνησης και ενδυνάμωσης. Η επιστροφή σε πλήρη δραστηριότητα, που περιλαμβάνει αθλητική δραστηριότητα και άρση βάρους κυμαίνεται από 6-9 μήνες κατά περίπτωση.

Επιπλοκές που μπορεί να εμφανισθούν είναι η απώλεια εύρους κίνησης του αγκώνα , η έκτοπη οστεοποίηση και η αρθρίτιδα του αγκώνα. Στην πρώτη περίπτωση αν η εντατική φυσιοθεραπεία δεν αποδώσει, μπορεί να χρειασθεί επανεπέμβαση σε περιπτώσεις με μεγάλο έλλειμμα έκτασης. Στην έκτοπη οστεοποίηση η ανάπτυξη οστού μέσα στους μυς, τους τένοντες και τους συνδέσμους μπορεί να περιορίσει την κίνηση του αγκώνα. Σ αυτή την περίπτωση η επανεπέμβαση καθυστερεί μέχρι να σταματήσει η παραγωγή νέου οστού ώστε να μην εμφανισθεί και πάλι μετά την αφαίρεση του. Η αρθρίτιδα του αγκώνα μπορεί να εμφανισθεί ταχέως μετά το κάταγμα ή μετά από χρόνια. Οφείλεται σε καταστροφή του χόνδρου, του προστατευτικού καλύμματος δηλαδή του οστού, και προκαλεί πόνο και περιορισμό της κίνησης.