ΡΗΞΗ ΚΑΤΑΦΥΤΙΚΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΔΙΚΕΦΑΛΟΥ 1Ο δικέφαλος βραχιόνιος βρίσκεται στην πρόσθια επιφάνεια του βραχίονα συνδέοντας την άρθρωση του ώμου με την άρθρωση του αγκώνα. Με την σύσπασή του επιτρέπει την κάμψη του αγκώνα και την στροφή του αντιβραχίου. Για την επίτευξη της λειτουργίας του συνδέεται στα οστά με ισχυρές ταινίες που καλούνται τένοντες. Έχει δυο τένοντες που τον συνδέουν στον ώμο (εκφυτικοί) και ένα που τον συνδέει στον αγκώνα (καταφυτικός). Οι δύο εκφυτικοί τένοντες συνεχίζουν με την μακρά και την βραχεία κεφαλή του, που περιφερικά ενώνονται και καταλήγουν με τον κοινό καταφυτικό τένοντα στο κερκιδικό όγκωμα. Το κερκιδικό όγκωμα είναι μια οστέινη προεξοχή της κερκίδας, του οστού του αντιβραχίου που βρίσκεται προς την πλευρά του αντίχειρα.

Οι ρήξεις της κατάφυσης του δικεφάλου είναι σπάνιες. Μπορεί να είναι μερικές, στις οποίες δεν αποκόπτεται ολόκληρος ο τένοντας ή πλήρεις, όπου ο τένοντας διαχωρίζεται σε δυο κομμάτια. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι ρήξεις είναι πλήρεις με αποτέλεσμα ο μυς να απελευθερώνεται και να τραβιέται προς τα πάνω στην περιοχή του ώμου. Αν οι ρήξεις αυτές μείνουν ανεγχείρητες το τραυματισμένο άκρο χάνει 30-40 % της δύναμης του και ιδιαίτερα την ικανότητα έξω στροφής του αντιβραχίου (υπτιασμού).

Συνήθως είναι αποτέλεσμα τραυματισμού που προκαλείται όταν ο αγκώνας πιέζεται υπό αντίσταση. Για παράδειγμα όταν σηκώνουμε ένα μεγάλο φορτίο χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πόσο βαρύ είναι, συσπώνται οι δικέφαλοι βραχιόνιοι ώστε να διατηρηθούν τα αντιβράχια σε κάμψη. Καθώς όμως το υπερβολικό βάρος ξεπερνά τα όρια αντοχής του μύ, προκαλείται ρήξη του τένοντα.

Παράγοντες κινδύνου είναι η ηλικία πάνω από 30 έτη, το φύλο, αφού οι άντρες επιβαρύνονται συχνότερα, το κάπνισμα και η θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή η χρήση αναβολικών που αλλοιώνουν την ποιότητα του τένοντα.

Ο ασθενής είναι δυνατό να εμφανίζει οίδημα, αιμάτωμα στην περιοχή του αγκώνα ή ένα κενό από την απόσπαση του τένοντα και μια διόγκωση στο ανώτερο μέρος του βραχίονα από την υποχώρηση της μάζας του δικεφάλου προς τα επάνω. Συνυπάρχει αδυναμία κάμψης και υπτιασμού του αντιβραχίου.

Η διάγνωση θα στηριχθεί στο ιστορικό του τραυματισμού, την κλινική εξέταση όπου αναζητούμε το κενό στην πρόσθια επιφάνεια του αγκώνα και την μειωμένη μυϊκή ισχύ σε σχέση με το υγιές άνω άκρο, ενώ επιβεβαιώνεται με την μαγνητική τομογραφία (MRI).

Η θεραπεία είναι χειρουργική. Η συντηρητική αντιμετώπιση προτείνεται σε ηλικιωμένους ασθενείς ή ασθενείς με σοβαρά συνοδά προβλήματα υγείας που δεν δύναται να χειρουργηθούν. Η επέμβαση πρέπει να γίνει τις 2-3 πρώτες εβδομάδες μετά τον τραυματισμό, γιατί μετά από το χρονικό αυτό διάστημα ο τένοντας και ο μυς βραχύνονται γεγονός που δυσχεραίνει το χειρουργείο. Κατά την διάρκεια της επέμβασης γίνεται επανακαθήλωση του καταφυτικού τένοντα του δικεφάλου στην κερκίδα, με την βοήθεια ενός εξειδικευμένου συστήματος καθήλωσης με ράμματα. Το ένα άκρο των ραμμάτων συρράπτεται στον τένοντα, ενώ το άλλο άκρο καταλήγει σε μεταλλικό σχηματισμό που προσομοιάζει με κουμπί. Το κουμπί στερεώνεται στην κερκίδα διαμέσου οπής που διανοίγεται στην περιοχή του κερκιδικού ογκώματος. Η τομή είναι εξαιρετικά μικρή (3εκατοστά περίπου) και στο Arthro-Athens υπάρχει εμπειρία ετών στην πραγματοποίηση αυτής της επαναστατικής μεθόδου.

Οι επιπλοκές μιας τέτοιας επέμβασης δεν είναι συχνές, εμφανίζονται σε ποσοστό 6% έως 9%. Στο σημείο της κατάφυσης του τένοντα είναι δυνατό να αναπτυχθεί νέο οστό που περιορίζει τις στροφικές κινήσεις του αντιβραχίου και απαιτεί επανεπέμβαση για την αφαίρεση του. Επαναρήξεις του τένοντα μετά την πλήρη επούλωση είναι σπάνιες.

Η αποκατάσταση περιλαμβάνει την ακινητοποίηση σε λειτουργικό νάρθηκα άμεσα μετεγχειρητικά και προοδευτική κινητοποίηση για επίτευξη πλήρους εύρους κίνησης και μυϊκή ενδυνάμωση.

Η πλήρης επούλωση του τένοντα απαιτεί τουλάχιστον 2-3 μήνες, οπότε χρειάζεται τροποποίηση των δραστηριοτήτων του ασθενούς για αυτό το διάστημα. Η άρση μεγάλων φορτίων πρέπει να γίνει αρκετούς μήνες αργότερα.

ΡΗΞΗ ΚΑΤΑΦΥΤΙΚΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΔΙΚΕΦΑΛΟΥ